Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

5 Επιχειρήματα υπέρ και κατά της ύπαρξης του Θεού


Τα θρησκευτικά ζητήματα είναι από αυτά που προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον για μεγάλη μερίδα ανθρώπων, λόγω ίσως των πολλών διαφωνιών που δημιουργούνται γύρω από αυτά, αλλά επίσης και της σημαντικής θέσης που κατέχουν στις πιο πνευματικές πτυχές της προσωπικότητάς μας.
Το Οντολογικό Επιχείρημα

 Πρωτοδιατυπώθηκε από τον Άγιο Ανσέλμο, αρχιεπίσκοπο του Canterbury, και στη συνέχεια διατυπώθηκε από τον Αμερικανό αναλυτικό φιλόσοφο και φιλόσοφο της θρησκείας, Alvin Plantinga. «Ο Θεός υπάρχει, δεδομένου ότι είναι λογικά δυνατό να υπάρχει». Το επιχείρημα αυτό είναι τόσο απλό που φαίνεται μέχρι και αυθάδες, απαιτώντας όχι μόνο την πίστη στο Θεό, αλλά επιπλέον και πίστη στην αναγκαιότητα του Θεού. Με άλλα λόγια, εάν πιστεύετε ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει, τότε θα πρέπει να πιστεύετε ότι υπάρχει. 

Το Αντεπιχείρημα:
Η κριτική που απευθύνεται στο Οντολογικό Επιχείρημα βασίζεται στο ότι προβαίνει στην απάτη του «Ipse dixit» που έχει να κάνει με την εκφώνηση μιας δογματικής δήλωσης που δεν είναι αποδεδειγμένη αλλά γίνεται δεκτή λόγω πίστης σ’ αυτόν που την εκστομίζει. Δηλαδή, η απόδοση των συγκεκριμένων ποιοτήτων γίνεται χωρίς καμία υποστήριξη γι’ αυτές. Το επιχείρημα είναι επίσης κυκλικό, με την έννοια ότι χρησιμοποιεί ως προϋπόθεση αυτό το οποίο επιχειρεί να αποδείξει (κάνει δηλαδή, λήψη του ζητουμένου).

Το Ηθικό Επιχείρημα

Είναι πολύ παλιό επιχείρημα και δηλώνει ότι ο Θεός πρέπει να υπάρχει για τους παρακάτω λόγους: 
1. Επειδή παρατηρείται μια όψη ηθικότητας. 
2. Η πίστη στον Θεό είναι η καλύτερη εξήγηση για την ηθικότητα αυτή απ’ ότι οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική. 
3. Συνεπώς η πίστη στο θεό είναι προτιμότερη από την απιστία.

Το Αντεπιχείρημα:Το επιχείρημα είναι τεχνικώς έγκυρο, εφόσον οι τρεις συνιστώσες του είναι αποδεκτές, αλλά οι περισσότεροι που το κριτικάρουν αρνούνται να δεχτούν την πρώτη. Η ηθικότητα, όπως υποστηρίζουν, δεν είναι παγκόσμια. Η δολοφονία ήταν μια χαρά για τους στρατιώτες της Πρώτης Σταυροφορίας, που έσφαξαν κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί στην Ιερουσαλήμ το 1099. Ο Thomas Hobbes επιχειρηματολόγησε ότι η ηθικότητα βασίζεται στην περιβάλλουσα κοινωνία και συνεπώς δεν είναι αντικειμενική.

Το Επιχείρημα του Βαθμού

Προέρχεται από τις «Πέντε Αποδείξεις του Θεού» του Άγιου Θωμά Ακινάτη και εξακολουθεί να προκαλεί διαμάχες μεταξύ των δύο πλευρών, πιστών και απίστων. Η δήλωση του Ακινάτη είναι η ακόλουθη (το αρχικό κείμενο ήταν στα λατινικά, μεταφράστηκε στα αγγλικά, απ’ όπου και αποδίδεται στην ελληνική):

Η τέταρτη απόδειξη προέρχεται από τους βαθμούς που ανακαλύπτουμε στα πράγματα. Διότι ανακαλύπτονται μεγαλύτεροι και μικρότεροι βαθμοί καλοσύνης, αλήθειας, ευγένειας και άλλων. Αλλά το «περισσότερο» και το «λιγότερο» είναι όροι που λέγονται και αφορούν διάφορα πράγματα που προσεγγίζουν με διάφορους τρόπους κάτι που είναι το «μέγιστο», όπως στην περίπτωση του «θερμότερου» που προσεγγίζει κοντά στην «μέγιστη» θερμότητα. Υπάρχει, συνεπώς, κάτι «αληθινότατο» και «κάλλιστο» και «ευγενέστατο», που κατά συνέπεια είναι το «μέγιστο» ον. Γιατί αυτά τα πράγματα που είναι οι μέγιστες αλήθειες είναι τα μέγιστα όντα, όπως δηλώνεται στα Μεταφυσικά Βκ. ΙΙ. 2. Ακόμα περισσότερο, αυτό που είναι το μέγιστο με αυτόν τον τρόπο, είναι, με άλλο τρόπο, η αιτία όλων των πραγμάτων που ανήκουν σ’ αυτό, όθεν η φωτιά, που είναι η μέγιστη θερμότητα, είναι η αιτία κάθε θερμότητας, όπως αναφέρεται στο ίδιο βιβλίο (βλ. Πλάτωνα και Αριστοτέλη). Συνεπώς, υπάρχει κάτι που είναι η αιτία της ύπαρξης όλων των πραγμάτων, και της καλοσύνης και οποιασδήποτε τελειότητας. Αυτό το καλούμε «Θεό».
Το Αντεπιχείρημα:Η πιο διαδεδομένη κριτική για το επιχείρημα αυτό βασίζεται στο ότι δεν χρειάζεται να πιστεύουμε σε ένα αντικείμενο ενός μεγαλύτερου βαθμού ώστε να πιστεύουμε σε ένα αντικείμενο μικρότερου βαθμού. Ο Richard Dawkins, ο πιο διάσημος και για κάποιους πιο κακόφημος Άθεος των εποχών μας, ισχυρίζεται ότι, το γεγονός ότι ερχόμαστε κοντά σε ένα «δύσοσμο» αντικείμενο, δεν απαιτεί ότι θεωρούμε πως πιστεύουμε σε μια «εξέχουσα απαράμιλλη βρώμα», όπως το αναφέρει.

Το επιχείρημα του Λόγου

Το επιχείρημα αυτό διατυπώθηκε από τον C. S. Lewis, συγγραφέα του διάσημου βιβλίου «Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα» (‘The Lion, the Witch and the Wardrobe’ που αποτέλεσε την πρωτότυπη ιστορία για την ταινία ‘Τα χρονικά της Νάρνια’). Ξεκινάει ως ένα επιχείρημα που αναφέρεται στον Σχεδιασμό και συνεχίζει σε κάτι νέο. Πολύ βασικά, υποστηρίζει ότι ο Θεός θα πρέπει να υπάρχει γιατί (με τα λόγια του Lewis):
Ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε νοημοσύνη πίσω από το σύμπαν, κανένας δημιουργικός νους. Στην περίπτωση αυτή, κανείς δε σχεδίασε το μυαλό μου με σκοπό να σκέφτεται. Συμβαίνει μάλλον ότι όταν τα άτομα μέσα στο κρανίο μου τυγχάνει, για φυσικούς ή χημικούς λόγους, να διευθετούνται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αυτό μου δίνει, ως παραπροϊόν, την αίσθηση που αποκαλώ σκέψη. Αλλά αν ισχύει αυτό, πώς μπορώ να εμπιστευτώ ότι η δική μου σκέψη είναι αληθινή; Είναι σα να διαταράσσεις μια κανάτα με γάλα και να ελπίζεις ότι ο τρόπος με τον οποίο παφλάζει θα σου δώσει έναν χάρτη του Λονδίνου. Αλλά εάν δεν μπορώ να εμπιστευτώ τη δική μου σκέψη, φυσικά δεν μπορώ να εμπιστευτώ τα επιχειρήματα που οδηγούν στον Αθεϊσμό και συνεπώς δεν έχω λόγο να είμαι Άθεος, ή κάτι άλλο. Εκτός εάν πιστεύω στο Θεό, δεν μπορώ να πιστεύω στη σκέψη: έτσι δεν μπορώ ποτέ να χρησιμοποιήσω τη σκέψη για να δυσπιστήσω στο Θεό.
Το Αντεπιχείρημα: Μοιάζει πολύ δυνατό επιχείρημα και η τελική του κρίση δεν έχει ακόμα επέλθει. Αλλά το κύριο αδύνατο σημείο του είναι ότι, με την αυστηρότερη έννοια, δεν αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού λόγω του ότι απαιτεί την υπόθεση ότι οι ανθρώπινοι νόες μπορούν να αποτιμήσουν την αλήθεια ή την ψευτιά ενός ισχυρισμού και απαιτεί επίσης ότι οι ανθρώπινοι νόες μπορούν να πειστούν με επιχειρηματολογία.

Αλλά για να απορρίψει την υπόθεση ότι οι ανθρώπινοι νόες μπορούν να αποτιμήσουν την αλήθεια ή την ψευτιά ενός ισχυρισμού, ένας ανθρώπινος νους θα πρέπει να υποθέσει ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι είτε αληθής είτε ψευδής, κάτι που αμέσως αποδεικνύει ότι οι ανθρώπινοι νόες μπορούν να αποτιμήσουν την αλήθεια ή την ψευτιά ενός ισχυρισμού.

Τίποτε όμως από αυτά δεν έχει να κάνει με την ύπαρξη του Θεού. Έτσι, το επιχείρημα αντιμετωπίζεται καλύτερα ως μια αναίρεση του φυσικαλιστικού υλισμού. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι περισσότεροι Άθεοι χρησιμοποιούν τον φυσικαλιστικό υλισμό ως θεμέλιο του Αθεϊσμού, το επιχείρημα είναι έντονα εφαρμόσιμο.

Το Κοσμολογικό Επιχείρημα
Η πιο διάσημη απόδειξη του Θωμά Ακινάτη για την ύπαρξη του Θεού αντιστέκεται σθεναρά στα αντεπιχειρήματα. Είναι γνωστή σε πολλούς, καθώς κυκλοφορεί σε διάφορες μορφές. Υπήρχε και πριν από τον Ακινάτη, τουλάχιστον από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και στα βασικά του σημεία το επιχείρημα είναι κάπως έτσι:

1. Οποιοδήποτε πεπερασμένο και ενδεχομενικό ον έχει μια αιτία.
2. Τίποτε πεπερασμένο και ενδεχομενικό δεν μπορεί να είναι αιτία του εαυτού του.
3. Μια αιτιακή αλυσίδα δεν μπορεί να έχει απεριόριστο μήκος.
4. Συνεπώς, μια Πρώτη Αιτία (ή κάτι που δεν είναι αποτέλεσμα) πρέπει να υπάρχει.

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό είχε αρχικά συλληφθεί από τους Αρχαίους Έλληνες, μια εποχή που δεν ήταν γνωστό ότι το Σύμπαν είχε μια προέλευση. Σήμερα, την καλούμε «Big Bang» (Μεγάλη Έκρηξη) και το επιχείρημα άλλαξε και έγινε ως παρακάτω:

1. Οτιδήποτε ξεκινά να υπάρχει έχει μια αιτία.
2. Το Σύμπαν ξεκίνησε να υπάρχει.
3. Συνεπώς, το Σύμπαν είχε μια αιτία.
Το Αντεπιχείρημα: Αν τα πάρουμε με τη σειρά, τα τρία αυτά σημεία είναι αληθή. Αλλά το δεύτερο από αυτά απαιτεί ότι το Σύμπαν θα έπρεπε να είχε μια αρχή και δεν είμαστε ακόμα σίγουροι ότι είχε. Η ‘Μεγάλη Έκρηξη’ είναι η πιο διαδεδομένη αστροφυσική θεωρία σήμερα, αλλά έχει και τα αδύνατα σημεία της, τα σημαντικότερα εκ των οποίων σχετίζονται με το γεγονός ότι τα μαθηματικά που φτάνουν πίσω στο σημείο της Μεγάλης Έκρηξης δεν λειτουργούν στο σημείο που είναι ακριβώς πριν από αυτή κι έτσι δεν είναι κατάλληλα για να ξεκινήσουν με αυτά οι υπολογισμοί.

Καλύτερο από αυτό, είναι ωστόσο το αντεπιχείρημα ότι αυτή η απόδειξη για τον Θεό εμπίπτει στο λογικό σφάλμα που καλείται ‘επ’ άπειρον αναδρομή’. Εάν το Σύμπαν είχε μια πρώτη αιτία, τι ήταν αυτό που προκάλεσε την πρώτη αυτή αιτία; Οι κριτικοί αυτού του επιχειρήματος κηρύσσουν ότι είναι άδικο να αποζητά κανείς την αιτία για κάθε τι και ταυτόχρονα να ζητά να εξαιρεθεί από την απαίτηση αυτή η ‘Πρώτη Αιτία’ που δεν είχε καμιά αιτία.

Μετάφραση - Απόδοση - Σχολιασμός: Αμαλία Τσακίρη, για το ESOTERICA.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...